Αρχική Ιστορίες «Θεός σχωρέσ’ την τη γιαγιά, που ΄βαζε δυόσμο στους ντολμάδες…»

«Θεός σχωρέσ’ την τη γιαγιά, που ΄βαζε δυόσμο στους ντολμάδες…»

0
«Θεός σχωρέσ’ την τη γιαγιά, που ΄βαζε δυόσμο στους ντολμάδες…»

ΠΡΟΣΩΠΑ | Σα σήμερα, 6 Νοέμβρη του 1989, έφυγε απ’ τη ζωή η Μαρία Ιορδανίδου, η συγγραφέας της θρυλικής «Λωξάντρας», που μας μύησε στο πνεύμα και την κουζίνα μιας ολόκληρης εποχής, αφηγούμενη τη ζωή στους ρωμιομαχαλάδες πριν το Μεγάλο Πόλεμο.

ΠΡΟΣΩΠΑ | Σα σήμερα, 6 Νοέμβρη του 1989, έφυγε απ’ τη ζωή η Μαρία Ιορδανίδου, η συγγραφέας της θρυλικής «Λωξάντρας», που μας μύησε στο πνεύμα και την κουζίνα μιας ολόκληρης εποχής, αφηγούμενη τη ζωή στους ρωμιομαχαλάδες πριν το Μεγάλο Πόλεμο. 

«Την παλιά Πόλη την έζησα στα πρώτα χρόνια της ζωής μου και έμεινε βαθιά χαραγμένη στο μυαλό μου. Τον πρόφτασα το νυχτοφύλακα που διαλαλούσε τις νύχτες την πυρκαγιά {…} πρόφτασα τον Τούρκο το νερουλά που ζητούσε απ’ τη Λωξάντρα λίγο θαυματουργό αγίασμα της Μπαλουκλιώτισσας για να γιάνει το μάτι του που πονούσε» γράφει η συγγραφέας προλογίζοντας το βιβλίο της.

Η Μαρία Ιορδανίδου, μέσα από την κεντρική φιγούρα της γιαγιάς της Λωξάντρας και τις μνήμες της, περιέγραψε με θαυμαστή αμεσότητα, τρυφερότητα και ζωντάνια τη ζωή των Ελλήνων της Πόλης πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, (το Μεγάλο Πόλεμο, όπως λεγόταν, μέχρι να ξεσπάσει ο Β’) «στο στενό μικροαστικό περιβάλλον» που την έζησε ως παιδί. Ανέδειξε την αντανάκλαση μεγάλων ιστορικών στους «μικρούς ανθρώπους», αλλά και τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε το φαγητό σε όλες τις εκφάνσεις του βίου –παρόν πάντα στη χαρά και τη λύπη.

Καταγράφοντας καθημερινά ήθη και γενικότερα έθιμα, ανάπλασε –συν τοις άλλοις– μαγικά τη βαθιά σχέση της Πολίτισσας νοικοκυράς με την περίφημη κουζίνα της, τα διαλεχτά υλικά της, το κελάρι της, τους πλανόδιους εμπόρους. Χάρις τη «Λωξάντρα» (αλλά και την τηλεοπτική μεταφορά της που την έβαλε κυριολεκτικά σε κάθε σπίτι) μάθανε κι οι επόμενες γενιές Ελλήνων τι σήμαινε να μεγαλώνεις με Μικρασιάτισσα γιαγιά ή μάνα, ακόμη κι αν δεν είχαν Μικρασιάτισσα γιαγιά ή μάνα, και πήραν μια γενναία γεύση από την πολίτικη κουζίνα.

Τας κεμπάπ με μελιτζάνα, μύδια μεγάλα τσακιστά και μύδια στο τηγάνι με το ρύζι, χτένια ψητά στη χόβολη, μπουρεκάκια και τσακιστές ελιές, χαλβάς και γλυκά του κουταλιού, περγαμόντο και μελιτζανάκι καλά δεμένο, είναι λίγες μόνο απ’ τις λιχουδιές που περνούν από τις πρώτες κιόλας σελίδες του μυθιστορήματος συνοδεύοντας καταστάσεις και συναισθήματα που βιώνει η κεντρική ηρωίδα.

H Λωξάντρα πάντα μαγειρεύει. Μαγειρεύει όταν χαίρεται, μαγειρεύει όταν πενθεί, μαγειρεύει κι όταν νηστεύει. Και πάντα τσιμπολογάει δοκιμάζοντας τα φαγητά της και περιγράφοντάς τα με ένα τρόπο που σε κάνει να τα λιμπίζεσαι, όπως τα λιμπίζεται η ίδια. Η Ιορδανίδου κατάφερε να καταγράψει με έναν έξοχα τρυφερό τρόπο πόσο κεντρικό ρόλο είχε το φαγητό σε όλες τις εκφάνσεις της προσωπικής ή κοινωνικής ζωής για τους Έλληνες της Πόλης απ’ τα μέσα του 19ου αιώνα κι έπειτα –παρόν πάντα στη χαρά και τη λύπη του ανθρώπου.

Ενδεικτικό το απόσπασμα από την εκπομπή «Μονόγραμμα» (πρώτη προβολή: 1985), όπου η Ιορδανίδου περιγράφει πώς η πραγματική γιαγιά Λωξάντρα μνημόνευε τους δικούς της αγαπημένους νεκρούς:

«Οι Πολίτες δεν ήτανε θρησκόληπτοι εκείνη την εποχή. Δεν είχανε φανατισμό. Δεν ήταν θρησκόληπτοι. Θρήσκοι ήταν, πολύ θρήσκοι. Αλλά είχαν, προπάντων οι γυναίκες που ήταν καλοπερασόπουλοι, δικό τους τρόπο να βλέπουν τα πράγματα. Η Λωξάντρα, όταν πήγαινε στο νεκροταφείο και ήθελε να επικοινωνήσει, να μνημονεύσει, τους νεκρούς της, δεν έπαιρνε κόλλυβο μαζί της. Έπαιρνε το καλαθάκι της με το κολατσιό της. Και το κολατσιό της συνήθως ήταν πράματα που αγαπούσαν οι νεκροί της. Η γιαγιά της έφτιανε ωραία τους γιαλαντζί ντολμάδες. Έπαιρνε λίγους γιαλαντζί ντολμάδες. Η μάνα της αγαπούσε τις τσακιστές ελιές, ο αδερφός της τον παστουρμά. Τα ‘παιρνε αυτά, πήγαινε, κάθονταν στον τάφο τους, έτρωγε σιγά σιγά και τους μνημόνευε: “Θεός σχωρέσ’ την ψυχή σου, μανούλα μου, που αγαπούσες τις τσακιστές ελιές, Θεός σχωρέσ’ την και τη γιαγιά που έβαζε δυόσμο στους ντολμάδες…” ».

Η Μαρία Ιορδανίδου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1897. Ο πατέρας της ήταν Υδραίος και η μητέρα της Πολίτισσα. Τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε αρχικά στην Πόλη και κατόπιν στον Πειραιά (1901–1909). Το 1914 επισκέφτηκε συγγενείς της στη Ρωσία για καλοκαιρινές διακοπές. Η μεσολάβηση, όμως, του A’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Οκτωβριανής Επανάστασης την εγκλώβισαν τελικά στη Σταυρούπολη του Καυκάσου, όπου έμεινε μέχρι το 1919. Έζησε ακόμη στην Αλεξάνδρεια και μετά το γάμο της το 1923 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Ακολουθήστε το iCookGreek.com στο Google News, την κορυφαία on-line γαστρονομική εφημερίδα με καθημερινή ενημέρωση.