Η συζήτηση για το μέλλον της «Μουριάς» στα Εξάρχεια δεν αφορά την τύχη ενός ακόμη «μαγαζιού με καφέ», αλλά εκείνη των πολύτιμων κομματιών της κοινωνικής και ιστορικής μνήμης μιας πόλης που μεταμορφώνεται.
Μια πρωτοβουλία για συλλογή υπογραφών, προκειμένου η «Μουριά» των Εξαρχείων να κηρυχθεί νεότερο μνημείο σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς από την αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου Πολιτισμού, ώστε να προστατευθεί από βλέψεις για τυχόν αλλαγές χρήσης, ανοίγει την κουβέντα για τη μοίρα των παλιών χώρων που κατάφεραν να επιβιώσουν μέσα σε ένα ριζικά διαφορετικό αστικό πλαίσιο.
Το υπεραιωνόβιο καφενείο, που λειτουργεί στο ίδιο σημείο, γωνία Καλλιδρομίου και Χαριλάου Τρικούπη, από τις αρχές του 20ού αιώνα, αποτελεί ένα από τα ελάχιστα παραδείγματα επιζησάντων με αδιάκοπη παρουσία στο αθηναϊκό τοπίο και ίδια χρήση από τότε που πρωτοάνοιξε, πριν 111 χρόνια. Από την παράγκα με την αυλή και τις προπολεμικές μουριές του 1915 στην «μοντέρνα» μεταπολεμική κατοικία του 1962, όπου στεγάζεται μέχρι σήμερα το γωνιακό ισόγειο με την πράσινη τζαμαρία, η «Μουριά» επιτελούσε και συνεχίζει να επιτελεί τον βαθύτερο κοινωνικό της ρόλο: αυτόν του αστικού καφενείου στις παρυφές της Λαϊκής Αγοράς μιας ιδιαίτερης γειτονιάς, που βλέπει θαμώνες και εποχές να εναλλάσσονται στα τραπεζάκια του και έξω απ’ τα τζάμια.
Σε μια πόλη που μεταβάλλεται διαρκώς, τέτοιοι τόποι, χαραγμένοι στο dna της, αθέλητοι φορείς συλλογικής μνήμης και ταυτότητας, που γεφυρώνουν απτά το χθες με το σήμερα, θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως αυτό που είναι: πολύτιμοι, καθότι όλο και πιο σπάνιοι. Το κύμα τουριστικοποίησης του κέντρου, μαζί με τις πιέσεις που ασκούνται για νέες χρήσεις και την πέρα από κάθε λογική και ανάγκη εναγώνια αναζήτηση του «καινούργιου», μεταβάλλει -κάποιες φορές δραματικά- τον χαρακτήρα πολλών γειτονιών του αθηναϊκού κέντρου.

Μέσα στο «εξευγενισμένο» περιβάλλον που στήνεται για χάρη του τουρισμού, όπου συνεχώς ανοιγοκλείνουν μαγαζιά, ανίκανα να αφήσουν το αποτύπωμά τους, χώροι με ιστορικό βάθος και αδιάκοπη παρουσία στον αστικό ιστό αποκτούν τη σημασία «θησαυρών», όχι από κάποιου είδους νοσταλγία για ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, αλλά επειδή αποτελούν ολοζώντανα δείγματα της ιστορικής συνέχειας της Αθήνας στεγάζοντας ιστορίες ενός αιώνα καθημερινού πολιτισμού.
Η αξία τους ξεπερνά την ηλικία τους και το γεγονός ότι επιβίωσαν για περισσότερο από 100 χρόνια. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ότι συνεχίζουν να επιτελούν τον ίδιο κοινωνικό ρόλο, φιλοξενώντας νέες φουρνιές Αθηναίων χωρίς να αποσυνδέονται από όσες προηγήθηκαν.
Η περίπτωση της «Μουριάς», και του έβδομου κατά σειρά ιδιοκτήτη της -τα τελευταία 45 χρόνια- Χρήστου Βάνα, υπενθυμίζει ότι η πολιτιστική κληρονομιά μιας πόλης δεν βρίσκεται μόνο στα μνημεία και στα μουσεία της. Βρίσκεται και στους χώρους που τόσο πολύ αγάπησαν οι κάτοικοί της, ώστε να τους κρατήσουν ζωντανούς για πάνω από έναν αιώνα ζωντανούς, και να εξακολουθούν να τους αντιλαμβάνονται ως μέρος της καθημερινής ζωής τους. Συλλογή υπογραφών για να μην αλλάξει χρήση η Μουριά










