Τσιπουράδικα Βόλου: από «παρηγοριά των φτωχών», η χαρά του επισκέπτη

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018.

Τσιπουράδικα Βόλου: από «παρηγοριά των φτωχών», η χαρά του επισκέπτη

MEET THE GREEKS | Τα τσιπουράδικα δεν ήταν  ανέκαθεν «must», ήταν «καταφύγιο» των ξεριζωμένων.

Είναι αδιανόητο για Έλληνες ή ξένους σημερινούς επισκέπτες να βρίσκονται στο μεγάλο ελληνικό λιμάνι και να μην περάσουν, τουλάχιστον για ένα τσίπουρο, από κάποιο τσιπουράδικο του Βόλου, να τσουγκρίσουν τα ποτηράκια τους και να γευθούν τους μεζέδες της θάλασσας. Τα τσιπουράδικα δεν ήταν όμως ανέκαθεν «must» για κάθε ξένο επισκέπτη, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά μία απλή, καθημερινή συνήθεια πάμφτωχων ανθρώπων του μόχθου και του μεροκάματου και μιας κοινωνικής τάξης που προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της, στην αρχές του περασμένου αιώνα.

Όλα ξεκίνησαν το 1922, αφηγείται το σχετικό δημοσίευμα του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων. Τότε που στο λιμάνι κατέφθαναν καραβιές προσφύγων από τη Σμύρνη και τα περίχωρά της, μετά την Καταστροφή, και οι χιλιάδες αυτοί άνθρωποι πάλευαν απεγνωσμένα να συντηρηθούν κατανικώντας τον πόνο, την απόγνωση και την απελπισία. Η φτώχεια ήταν αξεπέραστη και ο ανδρικός πληθυσμός αγωνιζόταν για ένα μεροκάματο. Ο ντόπιος πληθυσμός δεν είδε εκείνα τα χρόνια με «καλό μάτι» τους νεοφερμένους Έλληνες του ξεριζωμού. 

Η εγκατάσταση των χιλιάδων προσφύγων στα βόρεια της πόλης, στην περιοχή που ονομάσθηκε Νέα Ιωνία, για να κρατήσει ζωντανές τις αναμνήσεις των βίαια ξεριζωμένων, ανατάραξε την κανονικότητα της ζωής των ντόπιων και δημιούργησε νέες συνθήκες και νέες συνήθειες...

Έτσι οι «νεοφερμένοι» μετά τη δουλειά, συνήθιζαν να πνίγουν τη θλίψη τους και να ξορκίζουν τα βάσανα με μερικά ποτηράκια αλκοόλ. Το φθηνότερο ήταν ένα ντόπιο θεσσαλικό προϊόν που ονομαζόταν τσίπουρο. Δυνατό αλκοολούχο ποτό, που προέρχεται από το πρώτο απόσταγμα και γι' αυτό πάντα οι πότες τον απολάμβαναν σε μικρά-πολύ μικρά-ποτηράκια. 

Το τσιπουράκι προσφερόταν στα καφενεία της Νέας Ιωνίας, στο «Φαρδύ» και γύρω από την Ευαγγελίστρια, στα στενά και στα σοκάκια. Πελάτες ήταν κυρίως λιμενεργάτες και καπνεργάτες που δεν ζητούσαν στραγάλια για συνοδευτικό, όπως στη γειτονική Λάρισα. Ζητούσαν φρέσκο μεζεδάκι από την πεντακάθαρη θάλασσα. Το τσιπουράκι σερβιριζόταν πάντα σε μικρά μπουκαλάκια-μινιατούρες των 25ml και έτσι καθιερώθηκε το περίφημο 25άρι. Τα ποτηράκια τόσο μικρά, που θύμιζαν τα σημερινά «σφηνάκια». Και το πιατάκι του καφέ για τον μεζέ γέμιζε με ελιά, αγγουράκι, γαύρο και αντζούγια.

Ο ένας κερνούσε τον άλλον, η κατανάλωση αυξανόταν και οι μεζέδες άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και να διαφοροποιούνται. Με κάθε 25άρι έπρεπε να σερβίρεται και ο ανάλογος μεζές. Το λιαστό-ψητό χταπόδι, οι σαρδέλες, τα χτένια, οι γυαλιστερές και κάθε είδους θαλασσινό έμπαινε στη λίστα του κάθε μαγαζιού.

Διαβάστε επίσης: Στα τσιπουράδικα του Βόλου με τον Γιώργο Πίττα

Η σταδιακή ομαλοποίηση της ζωής, η φήμη για τα γλέντια με «το τίποτα» και οι μοναδικές γεύσεις, άρχισαν να εξαπλώνονται σε όλη την πόλη. Ντόπιοι και ξένοι ανηφόριζαν προς την Νέα Ιωνία για να δουν και να γευθούν από κοντά, τα θεϊκά, αλλά απλά μεζεδάκια της Νέας Ιωνίας.

Τα χρόνια πέρασαν και ο Βόλος μεγάλωνε πολύ. Οι ανάγκες αυξάνονταν, μαζί και οι απαιτήσεις. Και ήρθε ο καιρός που η πόλη αποδέχθηκε τα τσιπουράδικα, έγιναν «καθώς πρέπει» και πλούσιοι και φτωχοί απολάμβαναν και αποθέωναν την ατελείωτη ποικιλία των μεζέδων συνοδεία του τσίπουρου.

Εκεί ...συναντήθηκαν οι βασίλισσες με τα «παιδιά του λαού»

Σήμερα στην πόλη του Βόλου και τα προάστιά του, λειτουργούν πάνω από 570 τσιπουράδικα. Σερβίρονται μεζέδες εξαιρετικών γεύσεων και μοναδικής αισθητικής. Από τα περίφημα τσιπουράδικα του Βόλου, έχουν περάσει ηγέτες κρατών και κυβερνήσεων, πολιτικοί, εφοπλιστές και πανίσχυροι οικονομικοί παράγοντες, καλλιτέχνες και άνθρωποι του πνεύματος. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης, Σμυρνιός στην καταγωγή, είχε βρει τον παράδεισό του. Η Σοφία Λόρεν όταν δοκίμασε τους κολιτσιάνους (τις περίφημες ανεμώνες της θάλασσας) θέλησε να δει με τα μάτια της στην κουζίνα πώς φτιάχνονται και η βασίλισσα Σοφία της Ισπανίας πριν μερικά χρόνια, μακριά από τα πρωτόκολλα, είπε ότι δεν έχει απολαύσει καλύτερες γεύσεις, Και «το παιδί του λαού», ο Νίκος Ξανθόπουλος, τη δεκαετία του '60 είχε το «δικό» του μαγαζί δίπλα στην Ευαγγελίστρια.

Τα τσιπουράδικα του Βόλου είναι πλέον διάσημα στα πέρατα της Γης. Μέρα και νύχτα γεμίζουν από κόσμο. Τουρίστες που φθάνουν με τα κρουαζιερόπλοια κατακλύζουν τα τραπέζια για να απολαύσουν τις γεύσεις και ο κάθε επισκέπτης θα κανονίσει με την συντροφιά του, να γευθεί τα καλύτερα. Και τα καλύτερα υπάρχουν παντού, αλλά η καρδιά της τσιπουροκατάνυξης εξακολουθεί να χτυπά, ειδικά για τους μυημένους και τους γνώστες, κάπου στη Νέα Ιωνία.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: ΑΠΕ-ΜΠΕ | PHOTO: Γιώργος Πίτας/greekgastronomyguide.gr

  • Πένες με χωριάτικα λουκάνικα
    Πένες με χωριάτικα λουκάνικα
  • Χοιρινές μπριζόλες με ντοματίνια, φασκόμηλο και κρασί
    Χοιρινές μπριζόλες με ντοματίνια, φασκόμηλο και κρασί
  • Φιογκάκια με κοτόπουλο και μανιτάρια
    Φιογκάκια με κοτόπουλο και μανιτάρια
  • Φόρμες με μακαρόνια κιμά και σπανάκι
    Φόρμες με μακαρόνια κιμά και σπανάκι
  • Σουτζουκάκια πέρκας με κύμινο
    Σουτζουκάκια πέρκας με κύμινο
  • Ρολάκια πίτσας με σπιτική ζύμη
    Ρολάκια πίτσας με σπιτική ζύμη
  • Θυμαρίσιο αρνάκι τυλιχτό
    Θυμαρίσιο αρνάκι τυλιχτό
  • Ψαρονέφρι με δαμάσκηνα και μανιτάρια
    Ψαρονέφρι με δαμάσκηνα και μανιτάρια
  • Τόνος με σάλτσα από μηλόκρασο
    Τόνος με σάλτσα από μηλόκρασο
  • Κιμαδοπιτάκια με μετσοβόνε και δαμάσκηνα
    Κιμαδοπιτάκια με μετσοβόνε και δαμάσκηνα
  • Κοτόπουλο στη λαδόκολλα
    Κοτόπουλο στη λαδόκολλα
  • Σπαγγετάδα με πέστο και ντοματίνια
    Σπαγγετάδα με πέστο και ντοματίνια