Έτσι γίνεται πάντα. Για άλλα πας και άλλα σου προκύπτουν. Παραγγέλνεις καραβιδοπίλαφο και σου σερβίρουν πιλάφι με τη σάλτσα καρμπονάρα που είχε περισσέψει από τη μακαρονάδα του διπλανού μαζί με πέντε καραβίδες κερασάκι από πάνω. Λες να κάνω το ψυχικό και να μη φανώ σνομπ και αγενής, πας στη βράβευση του Τάκη, και σού προκύπτει 3,5 ώρες non stop εγκλεισμού σε κλειστή αίθουσα, παλουκωμένος στην καρέκλα χωρίς φαΐ και ποτό, να ακούς ασταμάτητα πανομοιότυπες ευχαριστίες βραβευόμενων· έτσι για να καταλάβεις πώς νιώθει και ο άλλος στο Γκουαντάναμο που τον κλείνουν στο σιδερένιο δωμάτιο να ακούει για ώρες το ίδιο τραγούδι ραπ. Και από την άλλη, πας σιχτιρίζοντας στο γάμο της ξαδέρφης τής Μαιρούλας, με την οποία είχες χαϊδευτεί λίγο το καλοκαίρι της δευτέρας λυκείου, και τώρα είναι 25 κιλά πιο παχιά και 60.000 ευρώ ετησίως πιο ξιπασμένη· και πάνω που λες πού διάολο είναι η εκκλησία και γιατί κάνουν το γάμο στο κτήμα στο ύπαιθρο, εμφανίζονται αλαζονικώς και αυταρέσκως αυτά τα ωραία σιέλ μάτια· και να που καμιά φορά ο γάμος δεν είναι το τέρμα, αλλά η αφετηρία των αμαρτωλών παθών.
Τα πράγματα μού έρχονται αλλιώς από τότε που θυμάμαι (ή νομίζω ότι θυμάμαι) τον εαυτό μου. Την πρώτη φορά, πρέπει να ήμουν πολύ μικρός, μάλλον δεν είχα πάει ακόμα σχολείο. Είχε έρθει το τσίρκο στην Αθήνα, και οι γονείς αποφάσισαν να πάνε τα παιδιά να δουν τους ακροβάτες και τα λιοντάρια, σκεπτόμενοι προφανώς ότι το τσίρκο είναι το ό,τι πρέπει θέαμα για τα παιδιά. Μόνο που το συγκεκριμένο παιδί (για τα αδέρφια μου δεν μπορώ να μιλήσω, δεν έχω λάβει εξουσιοδότηση) δεν την πάλευε καθόλου με το τσίρκο, ακόμα και πριν έρθει το τσίρκο στη Αθήνα, όταν βλέπαμε στην τηλεόραση το σοσιαλιστικό τσίρκο της Μόσχας (που ήταν ίδιο με το καπιταλιστικό, εξίσου χάλια δηλαδή). Άντε, λοιπόν, να πάμε στο τσίρκο, να μη χάσουμε (και μαζί με μας, η Βενετιά το βελόνι της). Άντε και να ρίξουμε καμιά σφαλιάρα στον κανακάρη που πάταγε τσιρίδα ότι δεν ήθελε να πάει («Αμάν πια! Τι θα κάνουμε με αυτό το παιδί;»). Άντε και να του ξαναρίξουμε καμιά σφαλιάρα, γιατί μας έχει πάρει τ’ αυτιά μες στο αμάξι λέγοντας συνέχεια «Εμένα να με αφήσετε στο φανάρι και θα σας περιμένω όταν τελειώσει». Όπως προβλεπόταν, το θέαμα ήταν απελπιστικό. Κάτι ελεφαντάκια που τους είχανε φορέσει φουστάκια και τα πρήζανε για να πηδάνε σε κάτι στρόγγυλα τραπέζια, κάτι άλλοι περίεργοι που κάνανε ισορροπία με αμφίεση τίγκα στο στρας της τεχνοτροπίας «πώς κυκλοφορεί αυτός έτσι έξω;» και κάτι κλόουν που ρίχνανε σφαλιάρες ο ένας στον άλλο για να γελάει ο όχλος. Εν ολίγοις, μπορεί το τσίρκο να μάγευε τη γενιά του Φελίνι, αλλά για μένα, που ήδη τότε είχα δει Star Wars και Μπακ Ρότζερς (κάθε Παρασκευή απόγευμα στην ΥΕΝΕΔ), το θέαμα που προσέφερε ήταν βαρετό και γελοίο. Άμα έχεις δει αστρομαχίες, τι να σου πουν οι ζογκλέρ;
Εκεί, λοιπόν στο τσίρκο, συνέβη το μέγα γεγονός το αναπάντεχο. Την ώρα του διαλείμματος (που αναμφίβολα ήταν η καλύτερη στιγμή της παράστασης), εμφανίστηκε πλανόδιος πωλητής με δίσκο γεμάτο σνακ. Σε μια από τις αστραφτερότερες εκλάμψεις της ζωής της, η μανούλα λέει «Να πάρουμε γρανίτες στα παιδιά». Και ήταν ακριβώς αυτή η έκλαμψη της μανούλας που οδήγησε τον Βενιαμίν, και πιο αγαπημένο της, στην πρώτη μεγάλη ανακάλυψη της ζωής του. Η γρανίτα φράουλα δεν είναι θαύμα θαυμάτων μόνο (ούτε κυρίως) για την απίθανη γεύση της ή για το μαγικό χρώμα της που θυμίζει διαστρικό κοκτέιλ πρωτονίων, από αυτά που αρέσουν πολύ στον Σποκ. Το μέγα θαύμα της γρανίτας είναι ότι δεν ξέρεις τι ακριβώς είναι, πράγμα που καθόλου δεν σε αποτρέπει από το να της παραδοθείς. Η γρανίτα δεν είναι ούτε ποτό αλλά ούτε και παγωτό, αλλά ταυτόχρονα είναι και τα δύο μαζί, ρέοντας σε ένα όριο απροσδιοριστίας όπου οι γευστικές ταυτότητες διαπλέκονται. Ενώ τη ρουφούσα και την έτρωγα χρησιμοποιώντας το καλαμάκι σαν κουτάλι, προσπαθούσα να την κατατάξω σε κάποια από τις διατροφικές κατηγορίες που ήξερα, αλλά αυτή παρέμενε πεισματικά στο δικό της ροζ σύμπαν που αναδύθηκε συναρπαστικό μέσα από τη λαμέ πλήξη του τσίρκου.
Έτσι γίνεται πάντα. Για άλλα πας και άλλα σου προκύπτουν. Εκεί που περίμενα ο μικρούλης το ζόφο του τσίρκου, ανακάλυψα τη γρανίτα φράουλα, και μαζί της ότι το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στις καθαρές και ταξινομημένες γεύσεις. Το ενδιαφέρον το έχουν πάντα τα πράγματα που μπλέκονται, όλα αυτά που είναι και παγωτό και ποτό μαζί, τα ωραία μάτια που είναι και αλαζονικά ταυτόχρονα. Τα άλλα, τα ξεκάθαρα, είναι πληκτικά σαν το τσίρκο.
Επιστρέψαμε στο αμάξι με τσιρίδες.
- «Τι έχεις, πουλάκι μου;», ρώτησε η μανούλα.
- «Θέλω να με ξαναπάτε στο τσίρκο», απάντησε ο γρανιτοχτυπημένος κανακάρης, προσπαθώντας να βγάλει κανένα δάκρυ για να γίνει πιστευτός.
Η μαμά και ο μπαμπάς κοιτάχτηκαν με έναν τρόπο που χαράχτηκε στη μνήμη μου, και που αργότερα, όταν μεγάλωσα, κατάλαβα ότι πρόδιδε απελπισία.