Ostalgie, το «λαοκρατικό» design είναι trendy

Τετάρτη, 07 Οκτωβρίου 2015. Χριστίνα Τσαμουρά

Σα σήμερα, στις 7 Οκτωβρίου του 1949, ιδρυόταν η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και μαζί της άρχιζε ένα διαφορετικό κεφάλαιο στην ιστορία της συσκευασίας και του design, γεμάτο ιδέες που αρχικά υποτιμήθηκαν ως κιτς και σήμερα κινούν μια ολόκληρη καθόλα mainstream αγορά με τον κωδικό ostalgie.

Σετ μαχαιροπίρουνων εστιατορίου στο Ανατολικό Βερολίνο

Τα δυτικά ΜΜΕ απορούν: «Είναι δυνατόν οι Γερμανοί να νοσταλγούν τις "παλιές καλές μέρες" της Λαϊκής Δημοκρατίας;». Στο Βερολίνο ανθούν τα retro μπαρ σε ψυχροπολεμικό στυλ, ξενοδοχεία διαμορφώνουν την εσωτερική τους διακόσμηση στην ίδια ακριβώς βάση, το διάσημο Ampelmaenchen (ο αντίστοιχος Σταμάτης και Γρηγόρης) του Ανατολικουγερμανού ψυχολόγου Karl Peglau κατακτά σήμερα τη Βόννη της Αγκελα Μέρκελ, καταναλωτές αναζητούν τρόφιμα και ποτά που κοσμούσαν τα ράφια των σούπερ μάρκετ του Ανατολικού Βερολίνου και δε χρειάζεται να είσαι hipster για να θεωρείς ότι στυλιστικά μιλώντας πάντα τα γυαλιά του Χόνεκερ είναι όλα τα λεφτά... Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το «λαοκρατικό design» είναι trendy και όλο αυτό κωδικοποιείται με τον όρο Ostalgie.

Συσκευασίες οσπρίων και αφυδατωμένων λαχανικών

Η ζωή των άλλων και η δική τους ζωή. Το 1989 μια έκθεση στην γκαλερί Habernoll κοντά στη Φρανκφούρτη με θέμα τα είδη καθημερινής χρήσης στο πρώην Ανατολικό Μπλοκ και στην τότε Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας εξέπληξε τους πάντες με την απροσδόκητη επιτυχία της. Η εξήγηση που δόθηκε για την εντυπωσιακή προσέλευση του κοινού, επικεντρώθηκε στην ανάγκη των Δυτικογερμανών να δουν μέσα από την κλειδαρότρυπα τη ζωή των συμπατριωτών τους στην άγνωστη-χώρα--πίσω-από-το-Τείχος που μόλις είχε πέσει παταγωδώς. Ωστόσο χρόνια μετά η συγκίνηση που συνεχίζουν να προκαλούν τα «αξιοπερίεργα» προϊόντα ερμηνεύεται αλλιώς: οι Δυτικοί ένιωσαν πως έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο με το προπολεμικό τους παρελθόν. Από τη σκοπιά αυτή τα προϊόντα της Ανατολικής Ευρώπης ανακαλούν στη μνήμη των θεατών ένα παρελθόν εμπορικών δοσοληψιών ολότελα ξεχασμένο, ανέγγιχτο από στρατηγικές μάρκετινγκ, τακτικές διαφήμισης και μελετημένες λαμπερές συσκευασίες. Το «πρωτόγονο» design τους ζωντανεύει συνειρμικά μια εποχή που οι Αγορές δεν κυριαρχούσαν στις καθημερινές σχέσεις, μια εποχή ομιχλώδους αθωότητας -είναι «αυτό το κάτι γοητευτικό» που ξυπνά στον Έλληνα μια παλιά μεταλλική συσκευασία φυτίνης ή τα ράφια ενός ξεχασμένου μπακάλικου σε κάποιο ορεινό χωριό. Κι η αλήθεια είναι ότι στα 40 χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ της ίδρυσης της Λαϊκής Δημοκρατίας και της Πτώσης του Τείχους συμπυκνώθηκε πράγματι η ιστορία ενός δημιουργικού σχεδιασμού ακηδεμόνευτου από την αρχή του κέρδους και των πωλήσεων (κηδεμονευμένου ωστόσο απ' τις αρχές του Κόμματος).

Αλάτι, ρύζι, σιμιγδάλι και άλλα -οι συσκευασίες της ανατολικογερμανικής καθημερινότητας

Η δεκαετία του '50: από το Bauhaus στο «κιτς». Στις αρχές του 1950 designers βαθιά επηρεασμένοι από τη σχολή Bauhaus, όπως ο ολλανδικής καταγωγής Mart Stam, διευθυντής της Ακαδημίας των Τεχνών και της Ανώτατης Σχολής Χειροτεχνίας της Δρέσδης, έβαλαν ανεξίτηλα τη σφραγίδα τους στο ύφος και το στιλ του «λαοκρατικού» σχεδιασμού. Βασική τους επιδίωξη –η ιδέα που τους ενέπνεε– ήταν μέσα από τις λειτουργικές φόρμες και τα σχήματα των καθημερινών αντικειμένων να πετύχουν την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής και να εξελίξουν την κουλτούρα των εργατικών και των λαϊκών στρωμάτων, στα οποία αναφέρονταν και για τα οποία δημιουργούσαν. Αυτό το νέο είδος ανθρώπου-πολίτη που οραματίστηκαν δεν το είδαν βέβαια ποτέ να εκφράζεται με υλικούς όρους. Τα επόμενα χρόνια η ανατολικογερμανική οικονομία, βυθισμένη στα έξοδα της ανοικοδόμησης και αποκλειστικά εξαρτημένη από την ΕΣΣΔ, αποδυναμωνόταν συνεχώς, με εμφανείς συνέπειες στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Το 1953 το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα της Γερμανίας επιλέγει να τοποθετηθεί ιδεολογικά -εκτός των άλλων- απέναντι στις αισθητικές επιρροές της Δύσης. Με τις αποφάσεις του 3ου Συνεδρίου του χαρακτηρίζει τα πρότυπα που λανσάρουν τα προϊόντα της και ο τρόπος ζωής της «ξένα προς τον άνθρωπο» και «όπλα του ιμπεριαλισμού» και απαιτεί εθνοκεντρικό σχεδιασμό. Οφείλοντας να συμμορφωθεί στις κρατικο-κομματικές επιταγές, η εγχώρια δημιουργική κοινότητα προσπαθεί να αντλήσει έμπνευση και στοιχεία για τη δουλειά της μέσα από τα εθνικά της χαρακτηριστικά, το ντόπιο πεδίο τάσεων και την κουλτούρα της ζωής στο τότε ανατολικό μπλοκ. Αυτό που στη συνέχεια αποκάλεσαν, με το δέοντα σνομπισμό, «ανατολικοευρωπαϊκό κιτς» οι Δυτικοί «ειδήμονες του στιλ» –υπονοώντας ένα μείγμα οικονομικής φτώχειας, επαρχιωτισμού και απουσίας πρωτογενούς αισθητικού κριτηρίου– στην πραγματικότητα ήταν το αποτέλεσμα της ρητής εντολής του κρατικού μηχανισμού προς το χώρο του design να οριοθετηθεί με κάθε τρόπο από τον «αλλοτριωτικό κοσμοπολιτισμό της Δύσης».

Οι συνέπειες των ’60s. Η δεκαετία του ’60, για τη Δύση, δεν έμεινε στην ιστορία μόνο ως μια περίοδος ισχυρών πολιτικών εντάσεων και ανακατατάξεων, αλλά και ως η δεκαετία που θεμελίωσε το σύγχρονο τρόπο ζωής. Παρότι η δομή του σοσιαλιστικού μπλοκ δεν επέτρεψε στις κοινωνίες του να μετέχουν πρωταγωνιστικά σε αυτό το οικονομικό, κοινωνικό και τεχνολογικό big bang, στάθηκε αδύνατον να ελέγξει τις συνέπειές του. Από το ’60 και μετά η επιβεβλημένη μέχρι τότε «ιδεολογική καταδίκη» των προτύπων που λανσάρει το αντίπαλο στρατόπεδο του Ψυχρού Πολέμου, αρχίζει να περνάει σε δεύτερη μοίρα για τους Ανατολικογερμανούς και κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να υποστηρίξει ούτε θεωρητικά ούτε σχεδιαστικά ότι υπάρχουν δύο κατευθύνσεις στο design: μια που υπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες και μια που υμνεί τις ατομικές επιθυμίες. Η άφιξη της τηλεόρασης είναι καθοριστική στο να εξοικειώνει μέρα με τη μέρα τους Ανατολικoύς με συνήθειες της καθημερινής ζωής της Δύση, αφού είναι αδύνατον να ελεγχθούν τεχνικά οι δέκτες, οπότε σε πολλά σημεία του λαϊκοδημοκρατικού εδάφους η δυτικογερμανική TV εκπέμπει κανονικά. Θυμάται ο Ίνγκο Σούλτσε, συγγραφέας και κάτοικος της τότε Ανατολικής Γερμανίας: «Η Δύση μπήκε στο κεφάλι μου από τις διηγήσεις των δικών μου, από τα αυτοκινητάκια Matchbox, τα ξύλινα τουβλάκια, τα Lego, αργότερα δίσκους, βιβλία, φυσικά την τηλεόραση, τις ταινίες, τη μουσική, τα ρούχα, τα αυτοκίνητα, την τεχνολογική πρόοδο που για εμάς ήταν άπιαστη…». Οι εικόνες πλέον υπάρχουν, το ιδεολογικό πρόταγμα έχει ατονήσει, τι λείπει για να απογειωθεί ο τομέας του design και της συσκευασίας, που κρίνοντας κανείς από τα αντικείμενα στο ράφι του σούπερ μάρκετ μοιάζει πεισματικά καθηλωμένος στην προπολεμική εποχή; Σίγουρα όχι η δημιουργικότητα.

Η ζυγαριά του μπακάλη -παιδικό παιχνίδι

Καθήλωση ελλείψει αντιπάλου. Εκείνο που λείπει είναι ο ανταγωνισμός. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτό που στις ΗΠΑ ή τη Μεγάλη Βρετανία χαρακτηρίστηκε «έκρηξη» της δημιουργικότητας στον τομέα του Σχεδιασμού και των Γραφιστικών Τεχνών οφειλόταν στον ύψιστο βαθμό του στις πιέσεις που δημιουργούσε ο φρενήρης ανταγωνισμός μεγάλων εταιρειών ιδιωτικών συμφερόντων (πολυεθνικών ή εγχώριων, αλλά πάντως ιδιωτικών) που υποχρέωσε τους μετέχοντες, εφόσον ήθελαν να παραμείνουν στο παιχνίδι, να επενδύουν τεράστια ποσά προκειμένου να διαφημίζονται και να αλλάζουν συνεχώς συσκευασίες, μοντέλα, σχεδιασμό προϊόντων, ώστε να κερδίζουν και να ανανεώνουν το ενδιαφέρον του καταναλωτή. Αντιθέτως, στην Ανατολική Γερμανία –και κατά αντιστοιχία σε όλο το Ανατολικό Μπλοκ– υπήρχαν μόνο εταιρείες κρατικών συμφερόντων με σαφώς μοιρασμένα τα πεδία δραστηριοποίησής τους, οπότε το ενδιαφέρον προβολής των παραγόμενων προϊόντων ήταν μηδαμινό. Αν σκεφτεί κανείς ότι η πρώτη διαφήμιση εμφανίζεται μόλις το 1975 και αφορά τις μαγειρικές χρήσεις ενός τυποποιημένου ψαριού από την ΕΣΣΔ, που έπρεπε να γνωστοποιηθούν στο γερμανικό κοινό προκειμένου να αγοράσει την κονσέρβα, κατανοεί ότι επί 40 τουλάχιστον χρόνια η σοσιαλιστικού τύπου διευθέτηση της αγοράς ακύρωνε τη γενεσιουργό αιτία του design στο χώρο της διαφήμισης και της συσκευασίας: Τον ανταγωνισμό των βιομηχανιών προκειμένου να κερδίσουν τον καταναλωτή.

 

«Λαοκρατικό» design στα πιρουνάκια του κοκτέιλ -ναι, φυσικά γίνονταν πάρτι και εκεί.

Κωδικός: Ostalgie. Η κατάρρευση του Τείχους το 1989 βρίσκει τους Ανατολικογερμανούς επισκέπτες με 100 γερμανικά μάρκα («welcome money») στο χέρι, ένα φιλικό κέρασμα των «τυχερών» της μιας μεριάς προς τους «άτυχους» της άλλης, προκειμένου να πάρουν μια πρώτη γεύση από shopping στο «δυτικό παράδεισο». Υπό το σλόγκαν «Test the West» χιλιάδες άνθρωποι γεμάτοι όνειρα για μια άλλη ζωή ξεχύθηκαν στα σούπερ μάρκετ και τα εμπορικά κέντρα της πόλης. Το Τείχος του Βερολίνου πέφτοντας δεν γκρέμιζε μόνο ένα θλιβερό αστικό παράδοξο που χαρακτήρισε επί χρόνια τη γερμανική πρωτεύουσα, αλλά φαινόταν να σφραγίζει με ένα τελεσίδικο όχι το ερώτημα αν μια άλλου τύπου οικονομική οργάνωση της κοινωνίας ήταν εφικτή και επιθυμητή. Το όχι αυτό πανηγυρίστηκε όσο ελάχιστα ιστορικά γεγονότα του 20ού, σε τέτοιο βαθμό που κανείς εκπρόσωπος της «ελεύθερης αγοράς» εκείνη την εποχή δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι προϊόντα παραγόμενα στην πρώην Ανατολική Γερμανία και θα επιβίωναν και θα γίνονταν αυτό που η Δύση αποκαλεί trend. Ότι μια ολόκληρη τάση που στα γερμανικά κωδικοποιήθηκε ως «Οstalgie» (σύντηξη των Οst και Νostalgei, που σημαίνουν ανατολή και νοσταλγία αντίστοιχα) θα υποχρέωνε την παραγωγή της «ελέυθερης αγοράς» να ξαναστραφεί σε μάρκες για τις οποίες θεωρητικά είχε έρθει το τέλος μαζί με το «τέλος της Ιστορίας».

Η συσκευασία της Club Col: το Τείχος έπεσε, αλλά η «κομματικά απάντηση» στο εμβληματικό αναψυκτικό της Δύσης αποδείχτηκε πολύ-σκληρή-για-να-πεθάνει μαζί του.

Goodbye, Lenin and… welcome! Κι όμως! Σύντομα η Rotkäppfchen, ανατολικογερμανικός οίνος ευρείας κατανάλωσης, θα εξαγόραζε τον έναν μετά τον άλλον του Δυτικογερμανούς ανταγωνιστές της. Η Club Cola, η «κομματική απάντηση» στην επίθεση της Coca Cola, που θεωρούνταν τελειωμένη υπόθεση, θα έκανε την επανεμφάνισή της στο ράφι υπό άλλη διεύθυνση με σημαντικές πωλήσεις στους νέους πανηγυρίζοντας περιπαιχτικά «Hooray, I’m still alive». Τα «κομμουνιστικά» τσιγάρα f6 θα σάρωναν την αγορά με το διπλό τους μήνυμα «the flavour remains». Τα Μέσα άρχισαν να ψάχνονται... Γιατί άραγε το συγχωνευμένο πλέον γερμανικό καταναλωτικό κοινό θέλει να κρατήσει ζωντανό κάποιο κομμάτι αυτού του «ανελεύθερου, ολοκληρωτικού, καταπιεστικού, βάρβαρου» πειράματος που τόσο πολύ είχε πανηγυρίσει την κατάρρευσή του 20 χρόνια πριν μαζί με ολόκληρο τον κόσμο; Γιατί δίνει λεφτά για να αγοράσει αυτές τις «κιτσαρίες»; Είναι δυνατόν να νοσταλγούν τις μέρες εκείνες; Μήπως κάνουν πλάκα; Ο Σούλτσε, πάντως, ο συγγραφέας που όρκισε τον εαυτό να κρατήσει ζωντανές στα βιβλία του τις αναμνήσεις του από την καθημερινότητα της Ανατολικής Γερμανίας, δεν κάνει καμία πλάκα όταν λέει: «Τώρα τα έχω όλα. Αλλά μερικές φορές σκέφτομαι ότι θα ήταν ίσως καλύτερα να είχα λιγότερα αγαθά, μα να τα αγόραζα με πιο ήσυχη συνείδηση. Ξέρετε, στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας ήξερες τουλάχιστον πως ό,τι αγόραζες αποκλείεται να έχει παραχθεί με εκμετάλλευση ανηλίκων ή από ανθρώπους που πληρώθηκαν ένα-δυο δολάρια την ημέρα. Θα ήθελα η αφθονία που απολαμβάνω να μην είναι ηθικά προβληματική». Φαίνεται πως είκοσι έξι χρόνια «δυτικού παράδεισου», βυθισμένου σε μια απύθμενη οικονομική κρίση  και με τις Αγορές στο γενικό κουμάντο, ήταν αρκετά για μια μερίδα του καταναλωτικού κοινού να γυρίσει την πλάτη στα Marlboro και να αρχίσει να ξανακαπνίζει Juwel. Αυτά τα παλιά ανατολικογερμανικά τσιγάρα, το σλόγκαν των οποίων με μια κουβέντα συμπύκνωσε όλη την ουσία: «I smoke Juwel, because I’ ve already tested the West».

ΠΗΓΗ: SED, εκδόσεις TASCHEN

  • Πουγκιά με κατσικίσιο τυρί και προσούτο
    Πουγκιά με κατσικίσιο τυρί και προσούτο
  • Πουρές με σελινόριζα και πατάτες ογκρατέν
    Πουρές με σελινόριζα και πατάτες ογκρατέν
  • Σκεπαστή κοτόπιτα με καρότα και αρακά
    Σκεπαστή κοτόπιτα με καρότα και αρακά
  • Παστίτσιο με γιαούρτι
    Παστίτσιο με γιαούρτι
  • Σούπα με μανιτάρια και ντομάτες
    Σούπα με μανιτάρια και ντομάτες
  • Ψωμί με δύο αλεύρια και γάλα
    Ψωμί με δύο αλεύρια και γάλα
  • Κοτόπιτα με κρεμμύδια
    Κοτόπιτα με κρεμμύδια
  • Πένες με ωμή ντομάτα και μυζήθρα
    Πένες με ωμή ντομάτα και μυζήθρα
  • Μανιτάρια τηγανητά
    Μανιτάρια τηγανητά
  • Κανελόνια με σπανάκι, κεφαλογραβιέρα και σάλτσα ντομάτας
    Κανελόνια με σπανάκι, κεφαλογραβιέρα και σάλτσα ντομάτας
  • Ανοιχτή πίτα με ντομάτα και κολοκυθάκια
    Ανοιχτή πίτα με ντομάτα και κολοκυθάκια
  • Κανελόνια με σπανάκι, πράσα, φέτα και σάλτσα ντομάτας
    Κανελόνια με σπανάκι, πράσα, φέτα και σάλτσα ντομάτας