Το αστικό καφενείο

Τετάρτη, 05 Ιανουαρίου 2011. Χριστίνα Τσαμουρά

Το αστικό καφενείο

Οι ρίζες του ελληνικού αστικού καφενείου -που διέπρεψε για περίπου έναν αιώνα, από τα τέλη του 19ου ως τα τέλη του 20ού- θα πρέπει να αναζητηθούν στις παραδόσεις των αντίστοιχων ευρωπαϊκών cafe, κυρίως των γαλλικών, αλλά και των βιεννέζικων.

Το Παρίσι αρχίζει να γράφει ιστορία στα τραπεζάκια των καφεπωλείων του ήδη από την εποχή του Διαφωτισμού και του «Cafe Procope» (όπου σύχναζαν ο Βολταίρος, ο Ντιντερό και ο Ρουσό) και θα συνεχίσει ακάθεκτο να δείχνει το δρόμο του πνευματικού ή φιλολογικού ή λογοτεχνικού καφενείου, με κορυφαίες περιόδους τα χρόνια του Μεσοπολέμου και πελάτες τον Χένρι Τζόις, την Αναΐς Νιν και την Κοκό Σανέλ, ώσπου θα φτάσει θριαμβευτικά στη δεκαετία του 1960 και του Café Flore του Σεν Ζερμέν, με τον Σαρτ, την Μποβουάρ και τα άλλα παιδιά της γαλλικής διανόησης.

Κάτι σε «Διαφωτισμό» τέτοιας κλίμακας η Ελλάδα δεν είχε, είχε όμως στρατηγούς του αγώνα, Βαυαρούς αξιωματικούς, δημοσιογράφους και φυσικά λόγιους της εποχής, έντονα επηρεασμένους από την πνευματική, κοινωνική και ιδεολογική κινητικότητα που έφερε η Γαλλική Επανάσταση. Όλοι αυτοί κάπου έπρεπε να δώσουν ραντεβού για καφέ... Πού;

«Η ωραία Ελλάς». Το πρόβλημα θα λύσει ο καφενείο «Η ωραία Ελλάς», που κάνει την εμφάνισή του γύρω στο 1840 στη γωνία Αιόλου και Ερμού. Μπορεί οι ωραίες μέρες για την «Ωραία Ελλάδα» να μην κράτησαν παρά μέχρι την εκθρόνιση του Όθωνα, αλλά αυτά τα είκοσι και κάτι χρόνια ήταν αρκετά για να το κατατάξουν στα πρώτα ιστορικά αστικά καφενεία των Αθηνών.

Στου «Ζαχαράτου». Από τις αρχές του 20ού αιώνα, ένα άλλο καφενείο θα γίνει σημείο αναφοράς των Αθηναίων και των επισκεπτών της πόλης: το καφενείο του «Ζαχαράτου» στο Σύνταγμα. Το περίφημο καφενείο του Συντάγματος θα κλείσει το 1956 για έναν μάλλον παράδοξο για καφενείο λόγο: επειδή οι πελάτες του δεν ζητούσαν ...καφέ! Άλλος ζητούσε πένα και μελάνι, άλλος νερό, άλλος τους φίλους και τους γνωστούς του και όλοι μαζί ανεβοκατέβαζαν κυβερνήσεις, αφού οι πολιτικές συζητήσεις στου «Ζαχαράτου» συχνά ξεπερνούσαν σε ένταση αυτές της Βουλής. Πάντως καφέ δεν έπιναν. Σε αυτό το καφενείο σύχναζε ο Σουρής και ο μεγάλος Αλεξανδρινός  ποιητής, ο Καβάφης, όποτε βρισκόταν στην Αθήνα. Του Παπαδιαμάντη δεν πρέπει να ήταν πάντως πολύ του γούστου του. Όπως μαρτυράει ο επιστήθιος φίλος του Μιλτιάδης Μαλακάσης, στου «Ζαχαράτου» έμπαινε μόνο «όταν από το τζάμι έβλεπε να κάθομαι μόνος μου».

Οι πολιτισμικές, ταξικές και κοινωνικές διαφορές που χώριζαν τα αστικά από τα λαϊκά καφενεία αναδεικνύονται θαυμάσια στο απόσπασμα της συνέντευξης του Γιάννη Γκιωνάκη στο «Σχεδόν μεταξύ μας»: «Μια φορά εγώ και ο Ρίζος -νέοι τότε, παιδάκια κι οι δυο- πιαστήκαμε στα χέρια με επτά ταξιτζήδες και τους ξαπλώσαμε στο πεζοδρόμιο, στην οδό Ερμού. Ήταν τρεις το πρωί και καθόμασταν στο ζαχαροπλαστείο του Ζαχαράτου” στο Σύνταγμα, παρέα με τη Σοφία Βέμπο και τον Μίμη Τραϊφόρο. Την ώρα που μας έφερε την παραγγελία μας το γκαρσόνι, πετάγεται ο ένας από τους ταρίφες, που ήταν αραγμένοι στην πιάτσα, και του λέει: “Εμείς σου γυρέψαμε τούρκικο καφέ και μας είπες ότι το κατάστημα σερβίρει μόνο γαλλικό και αμερικάνικο! Και στους κωλοθεατρίνους έδωσες!”».

Στο Πατάρι του Λουμίδη. Με σαφείς διαφορές από τα προηγούμενα, αλλά πάντα αστικό μέχρι το τελευταίο ...φλιτζανάκι του, το Πατάρι του Λουμίδη είναι από τα πλέον εμβληματικά λογοτεχνικά καφενεία που γνώρισε η Αθήνα (αλλά όχι το μόνο) και το οποίο συνδέθηκε όχι μόνο τη δική της πολιτιστική ιστορία, αλλά με ολόκληρη τη νεότερη φιλολογική ιστορία της Ελλάδας. Άνοιξε το 1938, επί δικτατορίας Μεταξά, στο νούμερο 38 της οδού Σταδίου στα Χαυτεία, δίπλα στο κλασικότερο στέκι των ανθρώπων του πνεύματος, το παλιό «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», ανάμεσα στα θέατρα και στα γραφεία των αθηναϊκών εφημερίδων της εποχής. Ποιοι μαζεύονταν, πού κάθονταν, τι έλεγαν; Η ποιήτρια και κριτικός Λύντια Στεφάνου θυμάται για χάρη της Μαρίας Τσάτσου (περισσότερα στο www.poeticanet.com): 

«(...)Ήμασταν μια παρέα αγόρια και κορίτσια εκείνο τον καιρό, είχαμε πολλές ελεύθερες ώρες, γιατί τα σχολεία υπολειτουργούσαν, και κάποια μέρα βρέθηκα μαζί τους στο Πατάρι του Λουμίδη, όπου κατέληξα να περνάω τα μεσημέρια μου. Ανεβαίνοντας τη σκάλα του Λουμίδη της οδού Σταδίου, τα τραπέζια ήταν τοποθετημένα κατά μήκος των τοίχων σε σχήμα πι. Στο δεύτερο τραπέζι του ενός τοίχου καθόταν πάντα ο Ελύτης με τον Γκάτσο. Στο βάθος, στη μια γωνιά του πι ήταν καθισμένος πάντα ο Σαχτούρης, μόνος ή με παρέα, στην άλλη γωνιά καθόντουσαν κυρίως ζωγράφοι και μουσικοί, ο Τσαρούχης, ο Μάνος Χατζιδάκις, σπάνια ο Μίκης Θεοδωράκης κι ο Αργύρης Κουνάδης. Καμιά φορά έρχονταν επίσης ο Εγγονόπουλος και ο Εμπειρίκος. Τα τραπέζια ανάμεσα ήταν γεμάτα από εκκολαπτόμενους λογοτέχνες, καλλιτέχνες, διανοούμενους, που πολλοί έγιναν διάσημοι αργότερα. Νομίζαμε ότι το Πατάρι ήταν το κέντρο της Γης, ότι εκεί παιζόταν το μέλλον της νέας ποίησης, της ζωγραφικής, της μουσικής (...) Εκτός από το Πατάρι του Λουμίδη, υπήρχε ένας άλλος ολόκληρος κόσμος, που ήταν η αριστερή ποίηση και διανόηση με κυρίαρχη μορφή τον Ρίτσο (... ) Βέβαια. το Πατάρι ήτανε κάθετα αντίθετο με τη λεγόμενη πολιτική ποίηση (...) Αυτή ήταν πάνω κάτω η μεταπολεμική ποιητική Αθήνα, μέχρι το 1953 που εγώ έφυγα για δέκα χρόνια. Στις επισκέψεις μου στο διάστημα αυτό, έβλεπα το Πατάρι να αλλάζει μορφή, τον κόσμο να μετακινείται προς το «Μπραζίλιαν», όπου δεν υπήρχαν τραπέζια και ο συνωστισμός καμιά φορά έφτανε στο αδιαχώρητο. Ο Γκάτσος με τον Χατζιδάκι πήγαιναν μόνιμα πια στο «Πικαντίλι».

Η δεκαετία του '60 θα σημάνει την αρχή του τέλους για το Πατάρι. Η σταδιακή παρακμή του -καθρέφτης μιας συνολικότερης περιρρέουσας παρακμής του αστικού τοπίου που θα σέρνεται περιμένοντας τη χαριστική βολή της Χούντας- θα οδηγήσει περί τα τέλη της στην ανάρτηση της γνώριμης επιγραφής «Κλειστό λόγω κατεδαφίσεως». Μαζί του θα κλείσει «λόγω κατεδαφίσεως» και μια ολόκληρη πόλη. Όταν ξανανοίξει τα μάτια της, στα τέλη του '70, θα δει το πρόσωπό της στον καθρέφτη και δε θα το αναγνωρίζει. Θα είναι μια άλλη Αθήνα. Για της οποίας τις καφετέριες, τα coffee bars, τα μικρά cafe και τις μεγάλες αλυσίδες ας τα πούμε καλύτερα μια άλλη φορά...

*Τα θέματα στηρίχτηκαν στα «Καφενεία του Ελληνισμού» του Αχιλλέα Χατζόπουλου, «Η πιάτσα» του Ε. Παπαζαχαρίου, «Τα φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Αθήνας» του Γιάννη Παπακώστα και σε σκόρπιες δημοσιεύσεις του διαδικτύου. Photo: tovima.gr

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα ICookGreek | T.

  • Σουφλέ με θαλασσινά
    Σουφλέ με θαλασσινά
  • Ψητές ντομάτες με χαλούμι, ταλαγάνι ή μαστέλο
    Ψητές ντομάτες με χαλούμι, ταλαγάνι ή μαστέλο
  • Κοτοσαλάτα με πατάτες
    Κοτοσαλάτα με πατάτες
  • Γαρίδες ζελέ
    Γαρίδες ζελέ
  • Καταϊφάκια με ξηρούς καρπούς και χουρμάδες
    Καταϊφάκια με ξηρούς καρπούς και χουρμάδες
  • Ομελέτα φούρνου με σπανάκι και μανιτάρια
    Ομελέτα φούρνου με σπανάκι και μανιτάρια
  • Σπιτική μαγιονέζα
    Σπιτική μαγιονέζα
  • Καλαμάρια με ριζότο και σπαράγγια
    Καλαμάρια με ριζότο και σπαράγγια
  • Σουβλάκια γαλοπούλας μαριναρισμένα σε μουστάρδα και μέλι
    Σουβλάκια γαλοπούλας μαριναρισμένα σε μουστάρδα και μέλι
  • Μανιταρόπιτα ξεσκέπαστη
    Μανιταρόπιτα ξεσκέπαστη
  • Ρύζι με ζαμπόν και αρακά
    Ρύζι με ζαμπόν και αρακά
  • Ρολάκια μελιτζάνας με σάλτσα κιμά και τυριά
    Ρολάκια μελιτζάνας με σάλτσα κιμά και τυριά