Στη Στοά Τοσίτσα τα παράθυρα κοιτούσαν μέσα

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015. Χριστίνα Τσαμουρά

Στη Στοά Τοσίτσα τα παράθυρα κοιτούσαν μέσα

Η στάση για μια ανάσα (σ.σ. οι δικές μας ανάσες συνήθως συνοδεύονται κι από ένα μεζέ) στο Παραδοσιακό Καφενείο της ανακαινισμένης Στοάς Τοσίτσα στην οδό Κολοκοτρώνη αποκάλυψε ένα κτίριο-διαμαντάκι του αστικού μας πλούτου, χτισμένο λες όχι για να αποξενώνει αλλά για να ευνοεί την επικοινωνία όσων το ζουν.

Φωτό: Χριστίνα Τσαμουρά

Πόσες φορές δεν έχω ανεβοκατεβεί την Κολοκοτρώνη; Αμέτρητες. Μόλις πριν λίγες μέρες όμως έτυχε να διαβώ τη Στοά Τοσίτσα. Είχαμε τελειώσει με ένα θέμα του κέντρου, όταν τρυπώσαμε για μια ανάσα κι ένα σβέλτο τσιπουράκι  με μεζέ πριν τραβήξει και πάλι η καθεμιά το δρόμο της για τη γειτονιά της. Για τη Λέκκα πηγαίναμε, όμως το γλυκούτσικο καφενείο που διακρίναμε στο βάθος της και η παλιοκαιρίτικη αρχοντιά που αναδεικνυόταν μεγαλοπρεπώς από τη σχετικά πρόσφατη ανακαίνισή της, μας έκανε να τρυπώσουμε τελικά στην Τοσίτσα.

Το καφενείο είναι στο βάθος μεν, γωνιακό δε. Οπότε έχεις τη δυνατότητα είτε να κάτσεις σε τραπέζι που παρακολουθεί εξ αποστάσεως τη ροή της ζωής στην Κολοκοτρώνη είτε να απομονωθείς πλήρως στο παράλληλο σύμπαν της Στοάς. Μια καλή καβάτζα για να πεις καφέ, να διαβάσεις εφημερίδα ή να συγκροτήσεις τη σκέψη σου και να κρατήσεις σημειώσεις πριν από κάποιο ραντεβού. Μετά από μια γρήγορη ματιά στο μικρό κατάλογο κι αφού διαπιστώσαμε ότι το Καφενείο έχει όντως τιμές καφενείου, παραγγείλαμε στον ευγενέστατο ιδιοκτήτη μια φάβα, ένα χαλούμι ψητό και τσιριγώτικο σπετζοφάι. Όταν απομακρύνθηκε, μπορέσαμε επιτέλους να ανοίξουμε διάπλατα το στόμα μας, χάσκοντας σα χαζά μπροστά στο μαγικό κτίριο που υψωνόταν από πάνω μας με το μικρό, γυάλινο σκέπαστρο στην κορφή του.

Τα παράθυρα που κοιτούσαν μέσα. Είναι πολλά τα στοιχεία που σε κάνουν να μη θες να πάρεις τα μάτια σου απ’ το χώρο: περίτεχνα κιγκλιδώματα, μαρμάρινες σκάλες, παλιοκαιρίτικα μωσαϊκά, γύψινα και φωτιστικά, όλα φρεσκαρισμένα και ελκυστικά… Όμως το πλέον εντυπωσιακό είναι η «λογική» των εσωτερικών μπαλκονιών και των εσωτερικών παράθυρων που διατρέχουν τους ορόφους (και την αρχιτεκτονική) του κτιρίου. Οι διάδρομοι εδώ, παρότι χαρακτηριστικά στενοί, δεν κουβαλάνε τίποτα απ’ την παραδοσιακή μιζέρια των διαδρόμων κάποιων παλιών πολυκατοικιών, που είναι φτιαγμένοι αποκλειστικά και μόνο για να τους διασχίζει κανείς όσο πιο γρήγορα μπορεί. Το έστω και λιγοστό φυσικό φως που φτάνει από τη γυάλινη οροφή, σε συνδυασμό με παράθυρα (κανονικά παράθυρα με ρολά) που βρίσκονται δίπλα στην πόρτα κάθε αυτόνομου χώρου/διαμερίσματος και βλέπουν προς το μέρος τους, τους κάνει να μοιάζουν περισσότερο με μπαλκόνια. Για την ακρίβεια, με ένα μπαλκόνι εσωτερικό –κοινό για όσους κατοικούν τον όροφο.

Το κτίριο μαρτυρά μια εσωτερική ζωή για την οποία δεν μπόρεσα να βρω πολλά πράγματα. Πότε χτίστηκε; Ποιοι το πρωτομοιράστηκαν; Σε ποια δεκαετία εδραιώθηκε αυτό το διαμαντάκι του αστικού μας πλούτου; Η μόνη ιστορία που μπόρεσα να μάθω είναι αυτή που αφηγήθηκε ο athenssunbiker το 2010 στο μπλοκ του. Τη μοιράζομαι μαζί σας γιατί τη βρήκα υπέροχη: «Παλιά, είχε πολλές μοδίστρες, που μιλούσαν μεταξύ τους από τα ανοιχτά παράθυρα, τα ανοιχτά παντζούρια. Το μεσημέρι έστηναν στο κοινό χώρο του κάθε ορόφου μικρά γεύματα, μικρές κοινότητες μεροκαματιάρηδων ανθρώπων που σχολίαζαν, συζητούσαν τα προβλήματά τους, τις χαρές και τις λύπες τους. Τα όνειρά τους και τις αγωνίες της ζωής. Ένα κοινόβιο στην Αθήνα του 1940, του 1960, του 1980, που είχε άλλες ιστορίες καθημερινής πάλης να βιώσει, αλλά πάντα συνεπής στον αστικό της ραντεβού με τον περαστικό, τον πελάτη, τη δουλειά. Σήμερα μόνο μια μοδίστρα καταφέραμε να πετύχουμε, καθώς οι περισσότερες πήραν σύνταξη ή έφυγαν για μεγαλύτερους χώρους. Άλλωστε και ο δρόμος, σιγά σιγά άλλαξε και αυτός χρήση. Τα υφασματάδικα μειώθηκαν, ήρθαν άλλες υπηρεσίες να καλύψουν τα κενά…»

Info
Τι; Παραδοσιακό Καφενείο
Πού; Κολοκοτρώνη 29, εντός Στοάς Τοσίτσα, Αθήνα Τ 3214496

Αρθρογράφος