Στα φακοχώραφα της Εγκλουβής

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016. Χριστίνα Τσαμουρά

Στα φακοχώραφα της Εγκλουβής

Στα ορεινά της Λευκάδας, στα 730 μέτρα, χτισμένη πάνω σε λοφάκια, βρίσκεται η Εγκλουβή. Ένα μικρό, παραδοσιακό χωριό που η κοινωνική, πολιτιστική, οικονομική του ζωή του περιστρέφεται γύρω από τη φακή. Η ιστορία της είναι η ιστορία του και οι εχθροί της εχθροί του.

Η φακή της Εγκλουβής έχει τη φήμη της καλύτερης φακής στην Ελλάδα. Η ποσότητά της είναι ελάχιστη, όση αντέχει η γη της και τα χέρια των λιγοστών κατοίκων της. Πωλείται στη διπλάσια τιμή από τα υπόλοιπες, αλλά και να έχεις λεφτά δε σημαίνει ότι θα τη γευτείς κιόλας. Οι σοδειές της προπωλούνται πριν μαζευτούν και μόνο αν βάλεις …μέσον ή έχεις παραγγείλει εκεί γύρω στις αρχές του καλοκαιριού θα ’χεις τον επόμενο χειμώνα.

Απ’ τα μισά του μήνα Μάρτη... Στην Εγκλουβή οι εποχές έρχονται αργά. Μέσα Μάρτη τίποτα δε θυμίζει ακόμη άνοιξη. Όσοι πρόλαβαν έσπειραν την πρώιμη φακή το Γενάρη –τρεις-τέσσερις μέρες όλες κι όλες, όσες κράτησαν οι Αλκυονίδες. Την έσπειραν με τα «παγανά» και την άφησαν να «κοιμηθεί» κάτω από το χιόνι, να έρθει η άνοιξη με το καλό να βγουν να τη «βοτανίσουν» (να την καθαρίσουν δηλαδή με το χέρι από τα απειλητικά ζιζάνια). Οι υπόλοιποι περιμένουν να τραβηχτεί επιτέλους η ομίχλη, να βγει λίγος ήλιος, να στεγνώσουν τα χωράφια, που είναι άσπαρτα και γεμάτα νερό από το χιόνι. Μόνο τότε θα μπορέσουν να σπείρουν οι ογδόντα-εκατό κάτοικοι της Εγκλουβής το πολύτιμο όσπριό τους, τη φακή τους, βιολογικό προϊόν όχι από …άποψη, αλλά γιατί δε θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο. Τα φακοχώραφα απλώνονται στο οροπέδιο Βουνί, καμιά διακοσαριά μέτρα ψηλότερα από το χωριό. Ανάμεσά τους, σε υψόμετρο 1.000 μέτρων, ορθώνεται ένας πανάρχαιος, μοναδικός στον κόσμο, οικισμός «ο οικισμός των βόλτων». Αμέτρητα μικρά, λιθόκτιστα θολωτά καλύβια, σε σχήμα παραδοσιακού πετρόφουρνου, με διαστάσεις όμως ικανές να φιλοξενήσουν στο εσωτερικό τους ανθρώπους. Αυτές οι ιδιότυπες θερινές αγροτικές καλύβες με τους χοντρούς λιθότοιχους και το περίεργο σχήμα, που απαντιούνται αποκλειστικά σ' αυτό τον τόπο, φιλοξενούσαν στο εσωτερικό τους ένα μικρό νοικοκυριό. Στο βόλτο φυλασσόταν κάποτε η σοδειά της φακής μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία συγκομιδής ή προστατεύονταν τα ζωντανά. Οι άνθρωποι κοιμούνταν έξω. Σήμερα σώζονται περισσότεροι από 150 βόλτοι στην περιοχή και χρησιμοποιούνται σπάνια πια μόνο για τα πρόβατα.

faki 1

Μόνο υπομονή και τρυφερότητα. Η βλάστηση αραιή, το τοπίο τραχύ και άγριο. Εκεί ανάμεσα στα παλιοκαιρισμένα κτίσματα και τα αλώνια, θα βγουν οι ντόπιοι, με τις πρώτες λιακάδες κι αφού στεγνώσει καλά το χωράφι θα σπείρουν τη φακή που φυλάξανε στο τσουβάλι από τον Αύγουστο. Αυτή η φακή, του Μάρτη, έχει 3 μήνες μπροστά της να καρπίσει. Στο μεταξύ, η πρώιμη, που κοιμόταν κάτω από το χιόνι, αν δεν την «έκοψε» ο πάγος και δεν την «έπνιξε» η βροχή, τώρα ξεμυτίζει. Τα τρυφερά φυλλαράκια θα πρασινίζουν μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο την επιφάνεια των χωραφιών…επιτέλους άνοιξη. Την άλλη, την «όψιμη» φακή, θα τη βοτανίσουν στα μισά του Μάη. Το βοτάνισμα είναι αμιγώς γυναικεία υπόθεση. Σα μάνες σκύβουν οι Εγκλουβισάνες πάνω απ’ τη φακή, φέρνοντας βόλτα το χωράφι σπιθαμή προς σπιθαμή, και την καθαρίζουν απ’ τα ζιζάνια. Τα φυτοφάρμακα και τα ζιζανιοκτόνα, εδώ δεν έχουν καμία τύχη. Όλη η Εγκλουβή γνωρίζει πως το μόνο που θέλει η φακή είναι κόπο, υπομονή και τρυφερότητα. Αυτές οι γυναίκες είναι ένα με τη γη, με τον καρπό της, με τη φύση. Κι αν κανείς αναρωτιέται γιατί η φακή τους είναι πανάκριβη, η απάντηση είναι απλή: γιατί είναι η μονάκριβή τους κόρη.

faki 2 Απ’ το σύγνεφο του Μάη… «Ο γεωργός κρέμεται από το σύγνεφο του Μάη», λένε οι χωριανοί. Αν έχει λιοβόρια και σταματήσουν τις βροχές στο Αγρίνιο και την Πρέβεζα, πάει η φακή… Αν όλα πάνε καλά η συγκομιδή θ’ αρχίσει στα μισά του Ιουνίου. Θα γίνει με τα χέρια, η φακή δε θα κοπεί, θα ξεριζωθεί με τα δυο χέρια, βαθιά, απ’ τη ρίζα της. Στα γρήγορα θα πρέπει να φύγει για το αλώνι, αλλιώς ξεραίνεται και χάνεται ο μισός καρπός στο δρόμο. Το ξερίζωμα όμως δίνει στη φακή της Εγκλουβής το πλεονέκτημα να ωριμάζει δυο τρεις μέρες και κομμένη χωρίς να ξεραίνεται, αφού ρουφά όλα τα υγρά από τη ρίζα και συνεχίζει να μεστώνει όμορφα. Στο αλώνι πρώτα θα απλωθεί στον ήλιο και στη συνέχεια θα ανεμιστεί. Φτυαριές φτυαριές θα πετούν τη φακή ψηλά και με τη βοήθεια του ανέμου θα ξεχωρίζουν το βαρύ καρπό από το ελαφρύ άχυρο. Οι παλιοί θυμούνται ότι κάποτε όσοι έμεναν πίσω ανέμιζαν τη φακή ακόμη και μες στην άγρια νύχτα, αν έκανε να φυσήξει καλός άνεμος – με μόνο φως το φεγγαρόφωτο ή την αστροφεγγιά. Στη συνέχεια η φακή κοσκινίζεται σε μεγάλα κόσκινα. Δυο ανθρώπους θέλουν τα κόσκινα αυτά να τα κρατούν ο ένας από τη μια κι ο άλλος από την άλλη…

Κι όμως, δεν είναι ΠΟΠ. Παρότι η καλλιέργεια αυτής της εξαιρετικής φακής γίνεται με παραδοσιακές μεθόδους, παρότι η γεύση της είναι προϊόν αποκλειστικά των λευκαδίτικων χωμάτων της συγκεκριμένης περιοχής που έχουν υψηλή ποσότητα σε κάλιο και δίνουν μια φακή μοναδική και ποιοτικά άριστη, για κάποιο -καθόλου προφανή- λόγο δεν έχει χαρακτηριστεί ΠΟΠ. Η παραγωγή δεν προστατεύεται και οι κάτοικοι δεν παίρνουν τις σχετικές επιδοτήσεις. Οι παλιοί δεν αντέχουν, οι νέοι είναι μετρημένοι στα δάχτυλα, οι συνθήκες καλλιέργειας ιδιαίτερα δύσκολες…Υπ’ αυτές τις συνθήκες το ενδεχόμενο κάποιο Μάρτη τα χωράφια να μείνουν άσπαρτα και κάποια άνοιξη τα πράσινα φυλλαράκια της πρώιμης φακής να μην ξαναφανούν φαντάζει πέρα για πέρα πιθανό. Και μόνο οι πέτρινοι βόλτοι θα μένουν διάσπαρτοι στο τραχύ τοπίο να θυμίζουν ότι κάποτε από εκεί πέρασαν κάτι άνθρωποι, που τα έβαλαν για αιώνες με τους εχθρούς της φακής, αλλά τελικά έχασαν.

Η τοπική συνταγή. Η Ελεονώρα Φιώρου, Λευκαδίτισσα κι η ίδια, στο λεύκωμά της «Εγκλουβή Λευκάδας -Ένα χωριό, μια ιστορία» δίνει την αυθεντική συνταγή για τις φακές, όπως τις μαγειρεύουν οι ντόπιες νοικοκυρές: «Βάζουμε τη φακή να βράσει στην κατσαρόλα με λίγο κρύο νερό. Μόλις «κυλήσει», δηλαδή μόλις βράσει δυο τρεις φορές, ρίχνουμε λίγο κρύο νερό για να «κάτσει» και τη σουρώνουμε. Ξαναβάζουμε τη φακή στην κατσαρόλα με λίγο κρύο νερό –μέχρι να σκεπαστεί. Ρίχνουμε και 3-4 σκελίδες σκόρδου. Την ανακατεύουμε μόνο με ξύλινη κουτάλα. Αφού βράσει και έχει πιει το νερό της τη «γιαχνίζουμε», προσθέτουμε δηλαδή ντόπιο λάδι και χοντρό αλάτι και την τσιγαρίζουμε, ενώ παράλληλα την τρίβουμε με την κουτάλα στο πλάι της κατσαρόλας. «Γιαχνίζουμε» για 10-15 λεπτά σε πολύ σιγανή φωτιά, ανακατεύοντας διαρκώς για να μην πιάσει. Ύστερα ρίχνουμε σιγά σιγά όσο νερό θέλουμε και ξαναφήνουμε τη φακή να βράσει. Δέκα λεπτά πριν τελειώσει το βράσιμό της, προσθέτουμε ένα ματσάκι ρίγανη, που το αφαιρούμε όταν την κατεβάσουμε από τη φωτιά, για να μην πικρίσει το φαγητό. Όταν κρυώσει η φακή «κόβεται σαν κρέμα με το μαχαίρι».

Info
Πού θα μάθουμε περισσότερα:

  • Στο βιβλίο-λεύκωμα της Ελεονώρας Φιώρου «Εγκλουβή Λευκάδας-Ένα χωριό, μια ιστορία», Αθήνα 2006
  • Στο ντοκιμαντέρ της ίδιας «Το οροπέδιο της Εγκλουβής» που επιλέχτηκε ανάμεσα στις καλύτερες ελληνικές ταινίες και πήρε μέρος στο 11ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης - Εικόνες του 21ου Αιώνα (Μάρτιος 2009).

Αρθρογράφος