Κοινή bio-λογική

Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011. Χριστίνα Τσαμουρά

Κοινή bio-λογική


Δε χρειάστηκαν παρά τρεις δεκαετίες εντατικής καλλι- έργειας εδαφών, βεβιασμένης εκτροφής ζώων, αλόγιστης χρήσης των αποθεμάτων του πλανήτη και αλλεπάλληλων διατροφικών σκανδάλων για να αποδείξουν τον παραλογισμό της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης και να αναδείξουν τη βιολογική γεωργία στην κατ’ εξοχήν στάση απέναντι στο περιβάλλον που μπορεί να ισχυριστεί ότι στηρίζεται στην κοινή λογική.
Κάποτε το θέμα ήταν να φάμε... Tο πρώτο μισό του 20ού βρίσκει μια Ευρώπη βομβαρδισμένη και σπαραγμένη από δυο παγκόσμιους πολέμους και μερικούς εμφυλίους στα τελειώματά τους. Ανασφάλεια, φτώχεια και πείνα δίνουν το κοινωνικό στίγμα της εποχής. Ένας κόσμος που αγωνιά για το σήμερα, που ξυπνάει το πρωί με μόνο στόχο να μείνει ζωντανός μέχρι το βράδυ, σίγουρα δεν είναι ένας κόσμος από τον οποίο περιμένεις να πιέσει για γεωργική και διατροφική πολιτική με κριτήριο το περιβαλλοντικό αύριο του πλανήτη. Οι άνθρωποι πεινάνε. Κι όταν οι άνθρωποι πεινάνε, το αίτημα δεν μπορεί παρά να είναι ένα: εξασφαλίστε τώρα επαρκείς ποσότητες τροφής για όλους!

Η εντατικοποίηση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, η γέννηση και γιγάντωση της βιομηχανίας τροφίμων, η αναζήτηση μεθόδων αύξησης κάθε επιμέρους παραγωγικής διαδικασίας που σχετίζεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο με τη διατροφική αλυσίδα μοιάζει μονόδρομος. Αν είναι ή δεν είναι μόνο ειδικοί μπορούν να απαντήσουν. Ο μονόδρομος πάντως αυτός, εντός ή εκτός εισαγωγικών, φέρνει μαζί του τα «εργαλεία» που θα τον ανοίξουν: σα ντόμινο εξαπλώνεται παντού η όλο και εκτενέστερη χρήση επιζήμιων φυτοφαρμάκων, χημικών λιπασμάτων, περίεργων εμβολιασμών, αντιβιοτικών και αυξητικών ορμονών. Τα εδάφη αντιμετωπίζονται ως ανεξάντλητοι πόροι, ικανοί να προσφέρουν συνεχώς καρπούς, τα ζώα σαν προηγμένες μηχανές παραγωγής κτηνοτροφικών προϊόντων και η γονιδιακή τροποποίηση των ειδών του πλανήτη σα μια αυτονόητη απόπειρα της επιστήμης με στόχο τη συμβολή σε όλα τα προηγούμενα.

Τελικά χορτάσαμε, αλλά πώς; Οι συνέπειες «θεαματικές». Τόνοι κρεάτων, τόνοι γαλακτοκομικών, τόνοι πουλερικών, τόνοι φρούτων και λαχανικών κατακλύζουν τις αγορές της Ευρώπης όλους τους μήνες του χρόνου καταρρίπτοντας ακόμη και την έννοια της εποχικότητας. Η όλη θεώρηση του προβλήματος απαντάει από μια άποψη με τεράστια επιτυχία στο πρόβλημα της έλλειψης τροφής ενός μέρους του πλανήτη. Ο κόσμος δε χορταίνει απλώς, αρχίζει να παχαίνει αλματωδώς.

Η αύξηση της παχυσαρκίας και των καρδιαγγειακών νοσημάτων θυμίζει συστηματικά στην Ευρώπη ότι κάτι δεν πάει καλά με το πιάτο της. Η αύξηση όλων των μορφών καρκίνου θυμίζουν κι αυτές με το δικό τους σκληρό τρόπο ότι κάτι δεν πάει καλά με τον πλανήτη και το περιβάλλον. Η Λερναία Ύδρα φαίνεται δεν κατοικεί μόνο στη σφαίρα του μύθου: ένα κεφάλι κόβεις, δύο νέα βγαίνουν. Δεν προλάβαμε να χαρούμε την εξάρθρωση της πείνας και την άνετη ζωή που μας εξασφάλισε η εκβιομηχάνιση των πάντων και έπρεπε τώρα να απαντήσουμε σε δύο νέες απειλές: τις θλιβερές επιπτώσεις στο περιβάλλον που έφεραν τα εντατικά συστήματα καλλιέργειας και εκτροφής και τις δυσμενείς συνέπειες στη δημόσια υγεία που ακολούθησαν την αύξηση της κατανάλωση πολυεπεξεργασμένων τροφίμων.

Οι δρόμοι του παραδείσου Ήδη από τα τέλη του ’60, εποχή που Ευρώπη και Αμερική συγκλονίζονται από την έκρηξη των κοινωνικών κινημάτων, η υπερκατανάλωση προϊόντων και τροφίμων μπαίνει στο στόχαστρο της κριτικής ως στυλοβάτης από τη μια πλευρά μιας ανεξέλγκτης και χωρίς προφανή λόγο ανάπτυξης (πέρα από την κερδοφορία βιομηχανιών και πολυεθνικών) και από την άλλη ενός μικροαστικού τρόπου ζωής, του οποίου τον ενδιαφέρον αρχίζει και τελειώνει στα στενά όρια του σπιτιού, άντε και του κήπου του, και αδυνατεί να δραστηριοποιηθεί για τα πολιτικά, κοινωνικά και οικολογικά ζητήματα του πλανήτη. Το 1971 ιδρύεται η Greenpeace. Κάτι αρχίζει να πρασινίζει σε ένα χώρο παραδοσιακά κόκκινο ή μαύρο. Στα τέλη του ’70 –όταν πια κατακάθεται η σκόνη που σκόρπισε ο γαλλικός Μάης σε όλη την Ευρώπη, ωριμάζει ο λόγος των επιμέρους κινημάτων και αποκρυσταλλώνονται νέα μορφώματα στον κοινωνικό χάρτη– φαίνεται καθαρά ότι τα οικολογικά «ιδεώδη» έχουν κερδίσει πολλούς πόντους στο νέο σκηνικό και αντιμετωπίζονται ήδη με συμπάθεια από ευρύτερα κομμάτια της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Συμπάθεια που λίγα χρόνια μετά θα βρει τους Οικολόγους-Εναλλακτικούς ή αλλιώς «Πράσινους» να κάθονται στα έδρανα κάμποσων κοινοβουλίων έχοντας ανοιχτή μπροστά τους τη βίβλο του Αντρέ Γκορζ Οι δρόμοι του παραδείσου. Από τους κόλπους του ίδιου κινήματος θα ξεπηδήξουν και οι πρώτοι βιοκαλλιεργητές. Για κείνους οι δρόμοι του παραδείσου δεν οδηγούν στη Βουλή, αλλά στα αυτοσχέδια αγροκτήματα και τις μικρές παρεΐστικες ή οικογενειακές φάρμες της Βόρειας κυρίως Ευρώπης.

Εκεί θα πειραματιστούν όχι μόνο με έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής, αλλά και με εναλλακτικούς τρόπους καλλιέργειας των εδαφών και παραγωγής βασικών γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, τρόπους που παραπέμπουν σε προβιομηχανική φάση ανάπτυξης της κοινωνίας και φυσικά αφορούν εξαιρετικά μικρές ποσότητες αγαθών. Όσο ουτοπική κι αν ακούγεται η εφαρμογή μιας τέτοιας πρακτικής σε μεγαλύτερες κλίμακες ζήτησης, ικανές να καλύψουν τις ανάγκες σε αγνό στρούντελ όχι μόνο του αγροκτήματος της ...Χάιντι, αλλά πιθανά ολόκληρης της Αυστρίας, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει κανείς ότι αυτοί οι άνθρωποι αμφισβητώντας και απορρίπτοντας ριζικά τη λογική των φυτοφαρμάκων και των χημικών και αναζητώντας επίμονα μια εναλλακτική αντιμετώπιση των ασθενειών των φυτών που να στηρίζεται σε απολύτως φυσικά αντίδοτα, έβαλαν τον πρώτο σπόρο για την ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Στην Ελλάδα τώρα, αν και η ιδιαίτερη πολιτική κατάσταση της επίμαχης δεκαετίας καθυστερεί για καμιά δεκαριά χρόνια την εμφάνιση οικολογικού ρεύματος–όπως συμβαίνει και με πολλές άλλες διεθνείς καλλιτεχνικές ή κοινωνικές τάσεις την περίοδο εκείνη– εντούτοις η καθυστέρηση είναι παροδική: μόλις κλείνει το θέμα των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών της, ανοίγει ευθύς ο δρόμος για την έκφραση τωνοικολογικών και περιβαλλοντικών τους ευαισθησιών.

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτοι Έλληνες καλλιεργητές βιολογικών προϊόντων, ως επί το πλείστον οικολόγοι και φυσιολάτρες, και σίγουρα με διάθεση να υποστηρίξουν μαζί με έναν εναλλακτικό τρόπο καλλιέργειας και έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής. Ο μέσος καταναλωτής ακόμη αντιμετωπίζει τη βιοκαλλιέργεια σαν μια υπόθεση μερικών «τρελών» και θεωρεί ότι τα λιγοστά προϊόντα της αφορούν ένα μειοψηφικό κοινό που κι αυτό είναι «κάπως εκκεντρικό».
  • Λαζάνια με κεφαλοτύρι και σπαράγγια
    Λαζάνια με κεφαλοτύρι και σπαράγγια
  • Ρολά κοτόπουλου γεμιστά με μανιτάρια
    Ρολά κοτόπουλου γεμιστά με μανιτάρια
  • Πένες με αλλαντικά, κουνουπίδι και μπεσαμέλ
    Πένες με αλλαντικά, κουνουπίδι και μπεσαμέλ
  • Σπαγγέτι με πέστο και ντοματίνια
    Σπαγγέτι με πέστο και ντοματίνια
  • Ζυμαρικά με φασολάκια και μυζήθρα
    Ζυμαρικά με φασολάκια και μυζήθρα
  • Αλμυρά κορνεδάκια με λουκάνικο και τυρί του τοστ
    Αλμυρά κορνεδάκια με λουκάνικο και τυρί του τοστ
  • Μελιτζάνες και ντομάτες με σκορδάτη σάλτσα μαϊντανού
    Μελιτζάνες και ντομάτες με σκορδάτη σάλτσα μαϊντανού
  • Κατσικάκι με αρωματική σάλτσα μουστάρδας
    Κατσικάκι με αρωματική σάλτσα μουστάρδας
  • Χοιρινό κότσι με σάλτσα μπίρας
    Χοιρινό κότσι με σάλτσα μπίρας
  • Μανιτάρια γεμιστά με σπανακόρυζο
    Μανιτάρια γεμιστά με σπανακόρυζο
  • Πιπερόπιτα
    Πιπερόπιτα
  • Φτερούγες κοτόπουλου μαριναρισμένες
    Φτερούγες κοτόπουλου μαριναρισμένες